Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΜΕDIA


Κανένας άλλος κλάδος της ελληνικής οικονομίας δεν έχει πληγεί τόσο πολύ από την κρίση, όσο αυτός της ενημέρωσης και των μίντια· ίσως γιατί πουθενά αλλού οι παθογένειες που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού δεν ήταν τόσο εμφανείς και τόσο ισχυρές, όσο στο χώρο των μέσων.
Δεν χρειάζεται να απαριθμήσει κανείς τα λουκέτα του τελευταίου καιρού, κυρίως στις εφημερίδες. Ούτε να κάνει εκτιμήσεις για την ανεργία στον κλάδο, η οποία στους δημοσιογράφους είναι πολλαπλάσια από τον εθνικό μέσο όρο. Ούτε βέβαια είναι απαραίτητο να αναφερθούν οι εταιρείες που σήμερα απειλούνται με κατάρρευση, συμπαρασύροντας μαζί τους και εκτεθειμένες διαφημιστικές, αλλά και όλους όσους ψωμίζονται σε δραστηριότητες συναφείς με τον χώρο. Με λίγα λόγια, η πραγματικότητα είναι γνωστή, σε όλους τους στοιχειωδώς ενημερωμένους πολίτες.

Και μία και μιλάμε για ενημερωμένους πολίτες, εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρώτο μεγάλο πρόβλημα. Η κρίση στα μίντια δεν αγγίζει μόνο τς εφημερίδες, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά το σύνολο της ενημέρωσης. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι πρωτίστως τεχνολογικό (το γεγονός ότι το χαρτί έχει ξεπεραστεί), αλλά πολιτισμικό. Τα στοιχεία δείχνουν ότι επτά εκατομμύρια Έλληνες δεν βλέπουν οποιοδήποτε δελτίο ειδήσεων στις οκτώ το βράδυ, ούτε καν το «ελαφρύ» του Star. Οι δε Έλληνες διαβάζουν λιγότερο εφημερίδες από οποιονδήποτε άλλον Ευρωπαϊκό λαό. Μια κοινωνία όμως που δεν ενημερώνεται, δεν διαβάζει, μια κοινωνία που απαρτίζεται σε μεγάλο βαθμό από ξερόλες, είναι φυσικό να φάει τα μούτρα της.

Ο αντίλογος, ότι δηλαδή τα μέσα ενημέρωσης είναι «πουλημένα» ή κατευθυνόμενα και γι’ αυτό «δεν ενημερωνόμαστε», είναι αστείος. Όσοι έχουν πρόβλημα με «τα συμφέροντα», ας αγοράσουν τον Ριζοσπάστη, την Εποχή, ή την Αυγή, ας βλέπουν τις δεντροφυτεύσεις του ΣΚΑΪ, ας ακούνε Τρίτο Πρόγραμμα και ας πλουτίζουν τις γνώσεις τους με ντοκιμαντέρ της ΕΤ1. Τίποτε από τα παραπάνω δεν γίνεται. Αν όλοι όσοι διαμαρτύρονται για την ποιότητα των τηλεοπτικών προγραμμάτων και της έντυπης ενημέρωσης ήταν ειλικρινείς (πρώτα απ' όλα με τους εαυτούς τους), τότε η ΕΤ3 θα είχε 70% τηλεθέαση και η επιθεώρηση της Νέας Εστίας θα πούλαγε 600.000 φύλλα.

Όχι βέβαια ότι τα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν μερίδιο ευθύνης για την κατάντια τους. Είπαμε, είναι ο καθρέφτης της κατακερματισμένης κοινωνίας μας και αυτό αντανακλάται και στο περιεχόμενό τους: συνωμοσιολογία αντί πολύπλοκων αναλύσεων, που όμως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αναξιοπιστία, υστεροβουλία, υπερβολές, αμετροέπεια. «Τα είδη της αμαρτίας είναι πολλά και πολλάχώς διαιρούνται», όπως θα έλεγε και ο Παπαδιαμάντης.

Ο πυρήνας της κρίσης των μέσων όμως δεν εντοπίζεται κυρίως στο περιεχόμενο, αλλά στη δομή του κλάδου. Όπως και στους περισσότερους άλλους κλάδους της οικονομίας, η χώρα μας κατακλύστηκε από εκατοντάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις του τύπου, αντί για λίγες, μεγάλες και βιώσιμες. Οι μικρομεσαίοι, η περίφημη ραχοκοκαλιά της οικονομίας ήταν και το μεγάλο μας πρόβλημα. Το 95% και πλέον των επιχειρήσεων στην Ελλάδα κατατάσσονται στις μικρές και μικρομεσαίες. Οι αυτοαπασχολούμενοι και οι «επιχειρηματίες» είναι υπερδιπλάσιοι στη χώρα μας σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο (40% του ενεργού πληθυσμού, έναντι 16,6%). Όλοι θέλουν να είναι αφεντικά του εαυτού τους, “να κάνουν την καλή”, ενώ η επιλογή της μισθωτής εργασίας στον ιδιωτικό τομέα θεωρείται σχεδόν όνειδος. Αποτέλεσμα; Σε κάθε κλάδο της ελληνικής οικονομίας (συμπεριλαμβανομένων και των ΜΜΕ), έχουμε περισσότερες επιχειρήσεις απ' όσες ο κλάδος μπορεί να αντέξει. Έχουμε περισσότερα κανάλια εθνικής εμβέλειας απ' όσα η Βρετανία. Στην οποία Βρετανία, παρεπιπτόντως, υπάρχουν μόνο δύο εφημερίδες εθνικής κυκλοφορίας που απευθύνονται στα μεσαία στρώματα της κεντροαριστεράς και μόνο μία εξ αυτών πιθανότατα θα επιβιώσει (σκεφθείτε πόσες έχουμε στην Ελλάδα).

Το χειρότερο ήταν ότι για να στηριχτεί η μικρομεσαία “ραχοκοκαλιά” της οικονομίας μας, οι κυβερνήσεις άρχισαν να την επιδοτούν, είτε άμεσα (με κρατική διαφήμιση στην περίπτωση των ΜΜΕ), είτε έμμεσα (κάνοντας τα στραβά μάτια στην εισφοροδιαφυγή και τη φοροδιαφυγή). Εδώ και χρόνια, τα ΜΜΕ ενδιαφέρονται περισσότερο για αυτήν την επιδότηση, παρά για την προσέλκυση αναγνωστών. Το δημόσιο εντέλει χρεοκόπησε και η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα σήμερα κλονίζεται. Η κλωστή που κρατάει πολλές εφημερίδες στη ζωή είναι η υποχρέωση δημοσίευσης ισολογισμών και τα τραπεζικά δάνεια. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, ορισμένες βεντέτες του χώρου δεν ντρέπονται, δεν αισχύνονται να ζητάνε από το δημόσιο να συνεχίσει να τους επιδοτεί, να χαρίσει στα αφεντικά τους τα υπέρογκα χρέη που δημιούργησαν, να καταβάλλει εμμέσως τους παχυλούς μισθούς σε υπερεκτιμημένα στελέχη, προκειμένου να μη “σιωπήσει” η ενημέρωση. Λες και αν έχουμε εννέα ιδιωτικά κανάλια, αντί για δέκα, θα πάθει τίποτα η ενημέρωση. Το πολύ-πολύ να γλιτώσουν το φέσι τα δημόσια ταμεία, δηλαδή εμείς οι φορολογούμενοι. Και να ακούμε λιγότερους φοροφυγάδες να μας κάνουν μαθήματα περί διαφάνειας και λιγότερους πριγκιπικούς γόνους να μας κάνουν μαθήματα περί νεποτισμού.

Εν ολίγοις, η φούσκα έσκασε. Το ερώτημα είναι τι θα γίνει την επόμενη ημέρα. Το σίγουρο είναι ότι οι περισσότεροι εξ ημών, του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου, πρέπει ίσως να αλλάξουμε επάγγελμα. Το ποιοι και πόσοι θα το κάνουμε, το καθορίζει η αγορά. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι μόνο οι καλές εταιρείες και οι ταλαντούχοι μάνατζερ θα επιβιώσουν. Και σε αυτήν την περίπτωση, δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό. Αρκεί να δούμε τι γίνεται στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Economist, ενός περιοδικού δύσκολου, με μεγάλα κείμενα, στα οποία παρατίθενται συχνά αμετάφραστες λέξεις και φράσεις στα λατινικά, στα γερμανικά, στα γαλλικά, ακόμη και στα αρχαία ελληνικά. Κι όμως, ένα τόσο ελιτίστικο φύλλο πουλάει 1.200.000 αντίτυπα την εβδομάδα, έχει εκατοντάδες χιλιάδες συνδρομητές και είναι οικονομικά υγιές. Αντίθετα, το Time, ένα περιοδικό ίδιου τύπου, αλλά με μικρά κείμενα, πολλές φωτογραφίες και λαϊκή ύλη, έχει χρεοκοπήσει. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; μία λογική ερμηνεία είναι ότι η ενημέρωση και κυρίως η ανάγνωση γίνεται πλέον προνόμιο των ολίγων, των καλλιεργημένων μεσοαστών, οι οποίοι ψάχνουν για κάτι περισσότερο από τις αναμεταδόσεις των πρακτορείων ειδήσεων. Αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα που κάποτε διάβαζαν εφημερίδες, πλέον βλέπουν μόνο τηλεόραση και ούτε καν ειδήσεις. Αυτή η ανισότητα είναι ανησυχητικό κοινωνικό φαινόμενο. Για τα μέσα ενημέρωσης που θέλουν να επιβιώσουν όμως, δείχνει το δρόμο.
AΠΟ ΤΟ REPORTER.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου