Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Debtocracy: ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΨΕΜΜΑΤΑ


Το ντοκιμαντέρ του Άρη Χατζηστεφάνου και της Κατερίνας Κιτίδη “Debtocracy” (Χρεοκρατία), συζητήθηκε πολύ τις τελευταίες ημέρες. Μολονότι δεν λείπουν οι προχειρότητες στον υποτιτλισμό και τις λεζάντες, οι οποίες θα μπορούσαν να αποφευχθούν με υπομονή λίγων ακόμη ημερών, πρόκειται για μία – σε γενικές γραμμές – καλογυρισμένη δουλειά. Η αισθητική της έχει σαφείς επιρροές από τα γνωστά “οικονομικά” ντοκιμαντέρ “Money as debt” και “Zeitgeist”, ενώ η μουσική του Γιάννη Αγγελάκα, που το συνοδεύει, είναι αναμενόμενα έξοχη.
Το θετικό είναι ότι με την προβολή του ντοκιμαντέρ ανοίγει επιτέλους μία ευρύτερη συζήτηση στην κοινή γνώμη για το ζήτημα του εθνικού χρέους. Μια συζήτηση η οποία μέχρι στιγμής περιοριζόταν στους κύκλους των τεχνοκρατών και των “ειδικών”. Επίσης, ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της εκπομπής είναι ότι, κάνοντας λόγο για την περίπτωση του Εκουαδόρ, ανοίγει το θέμα της σύστασης ελεγκτικής επιτροπής, η οποία θα εξετάζει τη νομιμότητα μέρους του χρέους και των υπογεγραμμένων συμφωνιών μίας σειράς κυβερνήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική και η προτροπή των δημιουργών για μία κοινωνία πολιτών που ενεργά και δυναμικά θα ελέγχει την εξουσία και τις συνδιαλλαγές της, που θα επιτελεί δηλαδή τον πραγματικό σκοπό ενός δημοκρατικού σώματος, που διαρκώς επαγρυπνεί και δεν επαναπαύεται στις υποσχέσεις των κυβερνώντων. Ενδιαφέρουσα όμως είναι και η επιλογή των προσώπων, καθώς ανάμεσά τους φιγουράρουν εξέχουσες προσωπικότητες του ακαδημαϊκού χώρου, όπως ο Αλέν Μπαντιού αλλά και σημαντικοί αγωνιστές της αριστεράς, όπως ο Μανώλης Γλέζος.
Το μεγάλο αρνητικό όμως είναι ότι, από τους δημιουργούς του Debtocracy, απουσιάζει η νηφαλιότητα του λόγου, έναντι μίας καθαρά στρατευμένης λογικής που καταλήγει να αποδυναμώνει την αξία των επιχειρημάτων τους. Διότι, όταν φτάνουμε στο δια ταύτα, το πρόβλημα του χρέους της Ελλάδας δεν είναι μόνο πρόβλημα του καπιταλισμού ή μίας φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, είναι πρόβλημα όλων μας - κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Και οι υπεραπλουστευτικές διαχωριστικές γραμμές του τύπου “οι κακοί φιλελεύθεροι” και οι “καλοί αριστεροί” ή “κακοί πολιτικοί” και “οι ενάρετοι και αγαθοί πολίτες” όχι μόνον δεν βοηθούν στην επίλυση ή την κατανόηση μέρους έστω του προβλήματος, αλλά μας πηγαίνουν πίσω σε εμφυλιακές και μετεμφυλιακές αγκυλώσεις, από τις οποίες η χώρα μας έκανε χρόνια να απαλλαγεί.
Σε αντιστοιχία δυστυχώς με την απουσία νηφαλιότητας στο λόγο είναι και η απουσία νηφαλιότητας στην εικόνα, και πιο συγκεκριμένα στην σημειολογία της εικόνας. Σε ένα αντικειμενικό ντοκιμαντέρ, όπου ο θεατής πιστώνεται με μία μέσου όρου νοημοσύνη και αντιληπτική ικανότητα, ο δημιουργός του δίνει τουλάχιστον την δυνατότητα να βγάλει ο ίδιος τα δικά του συμπεράσματα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κατά την άποψη του σκηνοθέτη, ο θεατής φαίνεται να έχει απόλυτη ανάγκη από συνειρμικά σχήματα για να κατανοήσει τα όσα ακούει, με αποτέλεσμα να βομβαρδίζεται από μία σειρά πλάνων που οδηγούν σε τούτη την εμπέδωση. Ο σκύλος που φεύγει από την είσοδο της Βουλής μόλις πάρει χαμπάρι τη χρεοκοπία, η στάση μετρό Ρόζα Λούξεμπουργκ, όταν γίνεται αναφορά στη Γερμανία, ο Μανώλης Γλέζος που ακουμπάει το χέρι σε ένα κόκκινο ντοσιέ, η Ακρόπολη που εμφανίζεται άξαφνα μόλις μαθαίνουμε πως ο Πρόεδρος του Εκουαδόρ είπε όχι στο ξεπούλημα ακινήτων, ο ήχος του ελικοπτέρου που συνοδεύει το ΄'Πάμε” του Παπανδρέου στο κλείσιμο της εκπομπής, παραπέμποντας στην άτακτη φυγή του Αργεντινού Προέδρου, κ.ο.κ. Είναι απορίας άξιο το τι απέγινε το γνωστό “και τα συμπεράσματα δικά σας”, με το οποίο συνήθιζε να κλείνει κάθε τέτοιου είδους εκπομπή...
Εν ολίγοις, η σημειολογία της εικόνας του ντοκιμαντέρ μάλλον δεν συμβάλλει εποικοδομητικά στη νηφάλια συζήτηση που χρειαζόμαστε για το προκείμενο. Το αυτό ισχύει και για το περιεχόμενο των επιχειρημάτων του.
Στο πρώτο μέρος του (για τη διεθνή κρίση), τα συμπεράσματα των αφηγητών είναι άλλα αντί άλλων, σε σχέση με τις επισημάνσεις των ειδικών που φιλοξενούν, έστω και αν αυτοί προέρχονται στο σύνολό τους από την αριστερή διανόηση. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται σύγχυση στο θεατή, αφού δεν ξεκαθαρίζεται σε κανένα σημείο ότι η ελληνική οικονομική κρίση είναι διαφορετικής φύσεως από την κρίση που ανέκυψε στην αμερικανική αγορά επισφαλών στεγαστικών δανείων. Μέσα στον αχταρμά δηλώσεων και στρατευμένων συμπερασμάτων, οι δημιουργοί παραβλέπουν βολικά να αναφέρουν ότι στην Ελλάδα ούτε σημαντική φούσκα στις τιμές των ακινήτων υπήρξε (απόδειξη ότι οι τιμές τους δεν έχουν καταρρεύσει μετά από 2 χρόνια ύφεσης), ούτε έξαρση του ιδιωτικού χρέους και ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση (το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα είναι πολύ μικρό σε σχέση με τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο).
Η αφήγηση “το χάνει” τελείως όταν περνάει από το διεθνές κομμάτι της κρίσης, στο ελληνικό. Οι δημιουργοί επικαλούνται τη νομική έννοια του “απεχθούς χρέους”, προκειμένου να δικαιολογήσουν την άποψή τους ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλο κούρεμα των οφειλών της. Ωστόσο, βασικό κριτήριο για να χαρακτηριστεί το χρέος ενός κράτους “απεχθές” είναι να έχει συναφθεί εν αγνοία του λαού, από μία δικτατορική κυβέρνηση. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τα παραδείγματα που επικαλούνται οι αφηγητές, όπως είναι οι Ισπανοί αποικιοκράτες στην Κούβα του 19ου αιώνα και ο Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Η προφανής διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι οι κυβερνήσεις της έχουν εκλεγεί με δημοκρατικές διαδικασίες, σε καμία εκλογική αναμέτρηση της μεταπολίτευσης δεν υπήρξαν υπόνοιες για νοθεία και οι πολίτες ήταν πλήρως ενήμεροι ότι όλοι σχεδόν οι προϋπολογισμοί της τελευταίας 30ετίας ήταν ελλειμματικοί. Με άλλα λόγια, δανειζόμασταν κάθε χρονιά για να τους εκτελέσουμε. Κανείς όμως ποτέ δεν διαδήλωσε εναντίον των ελλειμματικών προϋπολογισμών. Μόνο κάτι “γραφικοί” τύποι σαν τον Αλέκο Παπαδόπουλο φώναζαν ότι είναι εγκληματικό να χρεωνόμαστε κάθε χρόνο.
Η δε αριστερά, στην οποία ανήκουν οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ και δεν το κρύβουν, όχι μόνο δεν διεκδίκησε ποτέ ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά δεν έχανε και ευκαιρία να τα βάζει με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία απαγόρευε ελλείμματα πάνω από 3% και χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ. Όλοι λοιπόν γνώριζαν στην Ελλάδα τι έκαναν οι κυβερνήσεις τους. Αρκεί να έμπαιναν στον κόπο να διαβάζουν τα βασικά μεγέθη των προϋπολογισμών.
Όσο για τα παραδείγματα απεχθούς χρέους που επικαλούνται οι Χατζηστεφάνου και Κιτίδη, δηλαδή οι Ολυμπιακοί Αγώνες και οι εξοπλισμοί, παρέλειψαν και πάλι βολικά να τονίσουν ότι, το 1996, η συντριπτική πλειοψηφία της κοινής γνώμης τασσόταν υπέρ της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Μάταια οι ελάχιστοι ψυχραιμότεροι τόνιζαν ότι ποτέ στον 20ο αιώνα δεν έχει τολμήσει να φιλοξενήσει Ολυμπιακούς Αγώνες ένα τόσο μικρό κράτος. Εις ώτα μη ακουόντων... Αφήστε δε που το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων είναι ζήτημα αν υπερβαίνει το 1/20 του συνολικού χρέους της Ελλάδας. Όσο για τους εξοπλισμούς; Μετά την κρίση στα Ίμια, πάνδημη σχεδόν ήταν η απαίτηση να υπερεξοπλιστεί η Ελλάδα και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατηγόρησαν την τότε κυβέρνηση γιατί δεν έκανε και πόλεμο με την Τουρκία (ορισμένοι ακόμη την κατηγορούν).
Το κερασάκι στην τούρτα του Debtocracy είναι το συμπέρασμα που βγάζει: ότι, δηλαδή, είτε είναι απεχθές το ελληνικό χρέος, είτε όχι, εμείς δεν πρέπει να το πληρώσουμε. Δεν αποσαφηνίζει αν σε αυτούς που θα φεσώσουμε περιλαμβάνονται και τα ασφαλιστικά ταμεία της Ελλάδας, της Φιλανδίας, της Νορβηγίας, του Βελγίου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών που έχουν αγοράσει ομόλογα του δημοσίου για να χρηματοδοτήσουν τις συντάξεις των ασφαλισμένων τους. Ούτε ποιος θα πληρώσει τους Έλληνες καταθέτες αν οι ελληνικές τράπεζες που είναι εκτεθειμένες σε κρατικά ομόλογα καταρρεύσουν.
Και το κυριότερο: αυτό που που αποκρύπτουν τελείως οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ είναι ότι ακόμη και η Ελλάδα διέγραφε όλο το χρέος της σήμερα (περιλαμβανομένου ακόμη και αυτού στα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία) και πάλι θα ήταν αναγκασμένη να προβεί σε δραματικές περικοπές δαπανών, απλούστατα διότι από το 2002 και μετά, όλοι οι προϋπολογισμοί του κράτους έχουν πρωτογενές έλλειμμα (δηλαδή έχουν έλλειμμα, ακόμη και αν δεν συνυπολογιστούν οι δαπάνες για τοκοχρεολύσια). Το πρωτογενές αυτό έλλειμμα έφτασε σε ύψη πρωτοφανή και εγκληματικά το 2009. Και αν φεσώναμε τους πάντες και – ως εκ τούτου – δεν μας δάνειζε κανείς σήμερα, τότε θα έπρεπε να το μηδενίσουμε σε μια νύχτα και όχι σε πέντε χρόνια, όπως μας επιβάλλεται από το μνημόνιο.
Οι ανακρίβειες και οι βολικές δικαιολογίες συνεχίζονται σε όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ, όπου μεταξύ άλλων, οι δημιουργοί συγκρίνουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, με στυγνούς δικτάτορες του τρίτου κόσμου, χωρίς προφανώς να αντιλαμβάνονται ότι με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουν στη δημιουργία συνθηκών που παραπέμπουν στην απαξιωμένη δημοκρατία της Βαϊμάρης, όπου γεννήθηκε και το αυγό του φιδιού.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ είτε στερούνται βασικών γνώσεων οικονομικών και πολιτικής θεωρίας, είτε απλώς χαϊδεύουν τα αυτιά των τηλεθεατών. Ο λαός, όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, παρουσιάζεται ως όσιος και αναμάρτητος. Σαν να δικαιολογείται η μαζική φοροδιαφυγή, οι μαζικές προσλήψεις στο δημόσιο από την πίσω πόρτα, τα διαρκή αιτήματα για τη συντήρηση ζημιογόνων ΔΕΚΟ, όπως ο ΟΣΕ και η Ολυμπιακή, μόνο και μόνο επειδή ορισμένοι πολιτικοί έφαγαν πολλά. Σαν να μην είναι μία παράνομη πράξη “απεχθής” αφ' εαυτής, αλλά να καθαγιάζεται επειδή οι παράνομες πράξεις των άλλων – ορισμένων πολιτικών στην προκειμένη περίπτωση - είναι πιο απεχθείς.
Μια ζωή σε αυτή τη χώρα, θεωρούσαμε ότι το κράτος είναι κάτι ξένο από εμάς. Πολίτες και πολιτικοί το ξεζούμισαν όσο μπορούσε ο καθένας. Τώρα, που αναγκαζόμαστε να επωμιστούμε το τον λογαριασμό, καταλαβαίνουμε επιτέλους ότι “το κράτος είμαστε εμείς” και άρα εμείς θα πληρώσουμε. Εννοείται ότι υπάρχει και μία ευάριθμη μειοψηφία που δεν συμμετείχε στον κανιβαλισμό. Και η μεγάλη, η κατάφωρη αδικία, είναι ότι θα πληρώσει και αυτή.
ΑΠΟ ΤΟ REPORTER.GR

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου