Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

OI «AΘΛΙΟΙ» ΤΗΣ ΚΗΠΟΥΠΟΛΗΣ




Χωρίς ρεύμα οι τελευταίοι σεισμόπληκτοι του ’99 που μένουν σε λυόμενα
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΛΑΧΟΥΤΣΑΚΟΥ

Υπό το φως των κεριών και με συντροφιά φακούς, σόμπες και λάμπες πετρελαίου είναι αναγκασμένες να ζουν οι λιγοστές οικογένειες που διαβιούν στα λυόμενα που βρίσκονται στην Κηπούπολη του Δήμου Πετρούπολης  τα τελευταία πέντε χρόνια.
Ο οικισμός των λυόμενων δημιουργήθηκε μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1999, προκειμένου να δώσει λύση στο πρόβλημα των αστέγων. Τότε, άνθρωποι που από την μια στιγμή στην άλλη έμειναν στο δρόμο, στεγάστηκαν σε λυόμενα προκείμενου να συνεχίσουν να ζουν αξιοπρεπώς.
Οι παροχές που τους δόθηκαν ήταν νερό και ρεύμα, με την προϋπόθεση ότι το ρεύμα θα το πλήρωναν με δικά τους χρήματα. Μερικοί είχαν την δυνατότητα και εξοφλούσαν τους λογαριασμούς. Άλλοι πάλι όχι.
Εννέα χρόνια μετά, το 2008, αστυνομικοί και άντρες των ΜΑΤ έκαναν έφοδο στον οικισμό και άρχισαν να ξηλώνουν τα ρολόγια της ΔΕΗ, καταδικάζοντας όλες τις οικογένειες της περιοχής να ζουν στο σκότος. Οι λάμπες έσβησαν, τα τρόφιμα χάλασαν και η θέρμανση διακόπηκε.
Η επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων ήταν -μετά τον σεισμό- το δεύτερο καίριο πλήγμα που δέχτηκαν οι κάτοικοι του οικισμού.

Η περιοχή είχε μετατραπεί σε γκέτο
Αφορμή της επέμβασης ήταν το γεγονός ότι η περιοχή, σύμφωνα με τους κατοίκους της περιοχής, είχε μετατραπεί σε γκέτο περιθωριακών ατόμων με αποτέλεσμα οι γείτονες να αγανακτούν και να φοβούνται να ξεμυτίσουν ειδικά τις βραδινές ώρες από τα σπίτια τους.
Η περιοχή «καθάρισε» και από τον οικισμό απομακρύνθηκαν τα περισσότερα λυόμενα. Ωστόσο το «χωριό» παραμένει ακόμη ζωντανό αφού μερικά σπίτια φιλοξενούν ακόμη κόσμο. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν κατάφεραν, λόγω οικονομικών δυσκολιών, να μεταστεγαστούν σε δικά τους σπίτια και αναγκάζονται να συνεχίζουν να ζουν στα προκατασκευασμένα.
Αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς κατάφερναν μέχρι το 2008 να εξοφλούν τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, οι αρμόδιοι φορείς αδιαφόρησαν και έδωσαν εντολή να βυθιστεί όλη η περιοχή στο σκοτάδι!
Απόρροια των παραπάνω είναι οι οικογένειες να προσπαθούν τα τελευταία πέντε χρόνια να επιβιώσουν με την βοήθεια κεριών και φακών. Όσον αφορά δε το μαγείρεμα, τη φύλαξη τροφίμων και την θέρμανση, αυτά αποτελούν πλέον «όνειρο θερινής νυκτός».
«Ζούμε μετά βίας»
Τα «Παραπολιτικά» επισκέφθηκαν τον οικισμό και κατέγραψαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαβιούν οι κάτοικοι.
Ο περιβάλλον χώρος παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης. Περιμετρικά των σπιτιών βρίσκονται ξερόχορτα και σκουπίδια. Η εικόνα που παρουσιάζει το εσωτερικό των λυόμενων είναι ακόμα χειρότερη. Τα ταβάνια στάζουν και οι τοίχοι είναι φθαρμένοι και έχουν τρύπες.
«Όταν έγινε ο σεισμός χάσαμε την γη κάτω από τα πόδια μας. Το σπίτι μου βγήκε ακατάλληλο και αναγκάστηκα να το εγκαταλείψω. Έμεινα στον δρόμο. Όταν μας φέρανε εδώ πιστέψαμε ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν. Και πράγματι στην αρχή τα πράγματα ήταν καλά. Είχαμε στέγη, ρεύμα και νερό και έτσι μπορούσαμε να ζούμε κάπως αξιοπρεπώς. Μετά η περιοχή μετατράπηκε σε γκέτο. Το 2008 άλλαξαν όλα. Με αφορμή την γκετοποίηση, ήρθε η αστυνομία και άρχισε να ξηλώνει τα ρολόγια της ΔΕΗ. Έξω κόβανε το ρεύμα και μέσα οι ψυχές βογκούσαν» αναφέρει μια από τις κατοίκους στην εφημερίδα.
Η Αλεξάνδρα είναι μια από τις πολλές γυναίκες που είδαν εν μία νυκτί τα όνειρα τους να γκρεμίζονται. Ο σεισμός την ξεσπίτωσε και μην έχοντας να μείνει αλλού, εγκαταστάθηκε στον οικισμό της Κηπούπολης.
Τώρα, στα 40 της χρόνια, και χωρίς να έχει την οικονομική δυνατότητα να μεταστεγαστεί σε ένα δικό της σπίτι, είναι αναγκασμένη να ζει στο σκοτάδι, να μαγειρεύει με πετρογκάζ, να ζεσταίνει νερό με γκαζάκια και να «προσεύχεται» ο χειμώνας να είναι ήπιος.
«Τον χειμώνα κάνει πάρα πολύ κρύο. Πέρυσι, γύρισα ένα βράδυ στο σπίτι και κόντεψα να πεθάνω από το ψύχος. Ευτυχώς βρέθηκε ένας γείτονας και μου έφτιαξε ένα τσάι, με σκέπασε και συνήλθα. Δεν μπορεί να ζήσει άνθρωπος σε τέτοιες συνθήκες. Δεν μπορείς ούτε να μαγειρέψεις, ούτε να φυλάξεις τρόφιμα, ούτε καν να ζεσταθείς. Μας έκοψαν το ρεύμα εντελώς παράνομα. Εγώ πλήρωνα κανονικά όλους τους λογαριασμούς και όμως δεν τους ένοιαξε. Ξήλωσαν όλα τα ρολόγια» αφηγείται η 40χρονη.
Τον ίδιο Γολγοθά ανεβαίνει και η γειτόνισσα της Αλεξάνδρας, η Κατερίνα. Αν και είναι 78 χρονών, η ενέργεια ξεχειλίζει από μέσα της, γεγονός που το αποδίδει στο «πείσμα της για ζωή».
«Έχω τρία παιδιά, εκ των οποίων τα δύο έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Το τρίτο έμπλεξε με τα ναρκωτικά και δεν ξέρω που βρίσκεται. Κάνω ότι μπορώ αλλά τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Χωρίς ρεύμα και με δύο παιδιά που έχουν προβλήματα τι μπορεί να κάνει κανείς. Βγαίνω και ζητιανεύω ώστε, τουλάχιστον, να έχουμε να φάμε. Παρόλο που ζούμε σαν ζώα, δεν το βάζω κάτω» αφηγείται η γυναίκα.
Τα μάτια της δακρύζουν όταν το μυαλό της «τρέχει πίσω», στο 2007 και θυμάται μια υπερήλικη που έμενε στον οικισμό, η οποία, λόγω της ανέχειας, πήρε τα τέσσερα παιδιά της, κλείστηκε μέσα στο λυόμενο που ζούσε και έβαλε φωτιά.
«Κάηκε όλη η οικογένεια. Μας το έλεγε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει έτσι. Δεν περιμέναμε όμως να κάνει τέτοιο πράγμα. Πάθαμε σοκ» λέει κλαίγοντας η κυρία Κατερίνα, ψελλίζοντας ότι το μόνο που ζητούν οι «άθλιοι» της Κηπούπολης είναι τα αυτονόητα για να ζήσουν με μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου