Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ..

Οι αντιπροσωπευτικέςφιλελεύθερες δηµοκρατίες είναι τα καλύτερα πολιτικά συστήµατα από όσα διαθέτουµε, παρουσιάζουν όµως ένα σοβαρό πρόβληµα. Πάσχουν από µυωπία. Η όρασή τους περιορίζεται στον στενό ορίζοντα των επόµενων εκλογών ή, ακόµα βραχύτερων, κοµµατικών ή προσωπικών σκοπιµοτήτων. Συµβαίνει σε όλες τις δηµοκρατικές χώρες, αλλά σε εµάς παραείναι.





Συµβαίνει επίσης ανεξαρτήτως συγκυριών, σε στιγµές όµως εθνικής κρίσης, το πρόβληµα µπορεί να αποβεί µοιραίο ή να έχει µοιραία αποτελέσµατα.



Είµαστε αρκετά κοντά σε ένα τέτοιο ενδεχόµενο. Εχουµε συνείδηση ότι οι δραµατοποιήσεις, σκόπιµες ή αυθόρµητες, συνηθίζονται στις περιόδους που τα πράγµατα στενεύουν εξαιρετικά. Ολο και περισσότερο, όµως, η οικονοµικοκοινωνική κρίση υπάρχει κίνδυνος να εξελιχθεί σε ανοιχτή πολιτική κρίση µε αποτέλεσµα να χαθεί ο έλεγχος της κατάστασης. Σε περιόδους που τα πράγµατα στενεύουν, συνηθίζεται επίσης η καταφυγή σε «µαγικές λύσεις» γιατί αυτές µας παρηγορούν ότι µπορούµε να αποφύγουµε τις δύσκολες επιλογές. Επειδή καταναλώσαµε ουκ ολίγες «µαγικές λύσεις» τον τελευταίο χρόνο, είναι ίσως χρήσιµη µια απλή αναδροµή σε αυτές. Αρχικά λανσαρίστηκε ως καλύτερη επιλογή η µονοµερής και ανεξέλεγκτη χρεοκοπία κατά τα πρότυπα της Λατινικής Αµερικής. Σε αυτήν προέτρεπαν κυρίως ιδιοτελή αγγλοσαξονικά κέντρα και τα αντιδυτικά ανακλαστικά της εγχώριας Αριστεράς.



Αντί να κοιτάµε, λοιπόν, πώς θα αποφύγουµε τη χρεοκοπία µελετώντας κατά προτίµηση οικεία παραδείγµατα ευρωπαϊκών χωρών που µπόρεσαν σε στιγµές κρίσης να ανασυνταχθούν, γίναµε ειδικοί της Αργεντινής, του Ισηµερινού και της Ουρουγουάης. Κατόπιν, περιλάβαµε τον µεγάλο Κέινς και φαντασιωθήκαµε µια «κεϊνσιανή ενίσχυση της ζήτησης» ως απάντηση στην ύφεση. Σαν να είχαµε ξεχάσει ότι χρόνια τώρα το ∆ηµόσιο Ταµείο «ενίσχυε τη ζήτηση» αφειδώς και αλόγιστα µε διαρκή ελλείµµατα που τα τελευταία χρόνια έφτασαν το 15% του ΑΕΠ, χωρίς όλα αυτά τα χρήµατα να προάγουν επαρκώς την ανταγωνιστικότητα της οικονοµίας. Συζητάµε τώρα, πολύ και άτσαλα, την «αναδιάρθρωση» αποδίδοντάς της επίσης σωτήριες ιδιότητες παρότι πολλοί ειδήµονες υποστηρίζουν ότι και αν πετύχει θα προσφέρει βεβαίως µια ορισµένη ανακούφιση, αλλά δεν θα αλλάξει αισθητά την εξάρτηση από τους ευρωπαϊκούς µηχανισµούς διάσωσης και θα κάνει πιο επιτακτική την ατζέντα των αναγκαίων µεταρρυθµίσεων.



Τέλος, επαναλαµβάνουµε σχεδόν τελετουργικά ότι «η Ευρώπη δεν θα µας αφήσει να χρεοκοπήσουµε» γιατί θα συµπαρασύρουµε και την ίδια στην καταστροφή. Οντως, οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν να χρεοκοπήσουµε, όχι µόνο γιατί ανησυχούν για ενδεχόµενες αλυσιδωτές επιπτώσεις, αλλά και γιατί οι περισ σότεροι υποστηρίζουν το µακροχρόνιο «σχέδιο του ευρώ». Παράλληλα όµως δηµιουργούνται νέες συνθήκες, αλλάζουν οι κάτοχοι του ελληνικού χρέους, οι ευρωπαϊκές τράπεζες παίρνουν µέτρα αυτοπροστασίας τους από την ενδεχόµενη χρεοκοπία µας. Ακόµα χειρότερα, η κοινή γνώµη των χωρών του Βορρά (βλέπε πρόσφατα Φιλανδία) δυστροπεί στη χρηµατοδότηση του Νότου. Κάποια στιγµή, λοιπόν, µπορεί να ενταθούν οι πιέσεις προς την πόρτα εξόδου αν πιστοποιηθεί ότι η Ελλάδα αδυνατεί να παρακολουθήσει το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Πόσω µάλλον, αν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία αποδείξουν το αντίθετο.



Οι «µαγικές λύσεις» δηµιουργούν προσωρινές υπεκφυγές µέχρις ότου όµως η πραγµατικότητα, οι «αριθµοί» ή οι «ξένοι» µάς υποχρεώσουν να επανέλθουµε. Επανερχόµαστε όµως σε ένα δυσκολότερο σηµείο καθώς οι παραλείψεις, οι ολιγωρίες και οι µπάσταρδες «λύσεις» έχουν περιορίσει την αυτονοµία µας στις επιλογές, την κυριαρχία πάνω στις τύχες µας, την κοινωνική συνοχή που υποτίθεται ότι προσπαθούµε να περισώσουµε µε την πολιτική ατολµία. Κοιτώντας τη µακρύτερη διάρκεια διαπιστώνουµε ότι, δυστυχώς, αυτή η πολιτική συµπεριφορά τείνει να παγιωθεί. Μετά το ευρώ έπρεπε να είχαµε αρχίσει να αναπροσαρµόζουµε το µοντέλο ανάπτυξης. Η αποτυχία ήπιας µεταρρύθµισης του Ασφαλιστικού το 2001, αλλά κυρίως η πολιτική της αδράνειας στο µοιραίο διάστηµα 2004-2009 έφεραν τη χώρα αδυνατισµένη ενώπιον της παγκόσµιας κρίσης της περιόδου 2007-8. Οταν η κρίση ξέσπασε, αντί να ληφθούν άµεσα µέτρα που θα ήταν τότε πολύ πιο ήπια, επικράτησε το «άσ’ τα για αργότερα». Στα µέσα του 2009, ενώ οι ηγεσίες ήξεραν τον εκτροχιασµό των δηµόσιων οικονοµικών, συνέχισαν στη γραµµή «τα λεφτά υπάρχουν», «θα ενισχύσουµε τη ζήτηση για να έχουµε ανάπτυξη», µε αποτέλεσµα να φτάσουµε στο Μνηµόνιο ως τη µη χείρονα λύση (επιπλέον ατυχία, µόνο τότε, µετά την υπογραφή του, η Ν.∆. ανακάλυψε τη µαγική φόρµουλα εξάλειψης του χρέους σε έναν χρόνο). Οταν η τρόικα διάβασε το απόσπασµα από τα προεκλογικά προγράµµατα των δύο κοµµάτων εξουσίας, που σωστά έλεγαν ότι χρειάζεται να εκµεταλλευτούµε µε τον άλφα ή βήτα τρόπο τη δηµόσια περιουσία για να µειώσουµε το χρέος, τότε είδαµε τα µεγάλα µίντια να φρίττουν και τα δύο κόµµατα να αλληλοκαταγγέλλονται για το επερχόµενο ξεπούληµα. Ετσι, λοιπόν, η χώρα τελεί σήµερα σε πλήρη σύγχυση, δεν έχει κάποιο βασικό σενάριο για το άµεσο µέλλον, βοµβαρδίζεται από διαφορετικές προβλέψεις και προτάσεις (και µετρώ µόνο εκείνες που εκφέρονται από σοβαρές πηγές, όχι τις µικροκοµµατικές αερολογίες).



Η συνέχιση όµως αυτής της πρακτικής είναι προβλέψιµη και αναπόφευκτη. Σηµαίνει ότι η χώρα θα πηγαίνει από τον έναν ευρωπαϊκό µηχανισµό στον άλλον, απλώς για να επιβιώνει µε χαµηλούς ρυθµούς ανάπτυξης, υψηλά επιτόκια και υψηλή ανεργία. Θα υφίσταται τους ρητούς ή άρρητους όρους των δανειστών χωρίς σοβαρή διαπραγµατευτική ικανότητα και θα είναιέκθετη σε ενδεχόµενες δυσµενείς εξελίξεις της ευρωπαϊκής διαδικασίας. Θα γινόµαστε πιο φτωχοί χωρίςνα αλλάζουµε τις δοµές που οδήγησαν στην κρίση. Η προϋπόθεση για να αντιστραφεί αυτή η πορεία είναι επίσης προφανής. Ολη η ουσία για µια «επανεκκίνηση» της κυβέρνησης εποµένως και της χώρας συνοψίζεται στο να εκδηλώσει και να κοινωνήσει µια σταθερή πολιτική βούληση ανασύνταξης της χώρας. Βούληση ότι η Ελλάδα θέλει να ξεπεράσει δυναµικά την κρίση και να διαµορφώσει τις προϋποθέσεις ενός νέου παρατεταµένου κύκλου βιώσιµης ανάπτυξης. Οταν η Ελλάδα πεισθεί η ίδια θα πείσει και τους άλλους. Θα µπορέσει τότε να αξιοποιήσει καλύτερα τα περιθώρια διαπραγµάτευσης που αντικειµενικά προσφέρει η αλληλεξάρτηση των χωρών της ευρωζώνης για να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους δανεισµού, χρηµατοδότησης, αναδιάρθρωσης, επιµήκυνσης ή ό,τι άλλο.



Οσο µυωπική και να είναι η ∆ηµοκρατία µας, δεν µπορεί να µη βλέπει το εθνικό συµφέρον και την προφανή αλληλουχία των πραγµάτων. Πόσω µάλλον η κυβερνητική παράταξη, η οποία καλά θα κάνει να σκεφθεί τον εαυτόν της έναν χρόνο µετά, όταν το Μνηµόνιο θα βαίνει προς το τέλος του. Αν η οικονοµία έχει αρχίσει να ανακάµπτει και η χώρα να ανασαίνει, τότε θα µπορεί να κοιτά µε ελπίδα τις εκλογές του 2013. Αν µέχρι τότε, είτε έχει πετάξει την πετσέτα είτε απλώς έχει φυτοζωήσει, θα υποστεί συντριπτικό χτύπηµα, τέτοιο που της Ν.∆. το 2009 θα είναι χάδι. Και θα υποστούν το χτύπηµα όλοι µαζί, συµφωνούντες, διαφωνούντες και αδρανούντες.





Η χώρα τελεί σήµερα σε πλήρη σύγχυση, δεν έχει κάποιο βασικό σενάριο για το άµεσο µέλλον, βοµβαρδίζεται από διαφορετικές προβλέψεις και προτάσεις

ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τµήµα πολιτικής Επιστήµης και ιστορίας του παντείου πανεπιστηµίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου